Γι’ αυτά τα πλάσματα, η απουσία μας είναι πάντα άχρονη, απροσδιόριστης διάρκειας, δηλαδή άπειρη. Σχεδόν αβάσταχτη.

Tόσο οι σκύλοι όσο και οι γάτες έχουν άλλο βλέμμα όταν είμαστε κοντά τους και ξέρουν ότι τους βλέπουμε —ή τέλος πάντων ότι μπορούμε να τους δούμε—, και άλλο όταν ξέρουν —ή πιστεύουν— ότι είναι μόνα τους, ή καλύτερα ότι δεν είμαστε εμείς εκεί, ο άνθρωπός τους ή οι άνθρωποί τους. Αν υπάρχει κι άλλο ζώο στο σπίτι, δεν τους νοιάζει, εξακολουθούν να έχουν και τότε αυτό το άλλο πρόσωπο. Αυτό το άλλο πρόσωπο είναι το πραγματικό τους πρόσωπο.

Δεν είμαι απολύτως βέβαιος τι εννοώ με αυτό, με το «πραγματικό πρόσωπο» των κατοικιδίων μας — θα επανέλθω αργότερα. Πάντως ξέρω πως, με εμάς παρόντες, με εμάς κάπου εκεί, τα σκυλιά και οι γάτες (ενδεχομένως τα σκυλιά αρκετά περισσότερο, καθώς οι γάτες είναι γενικά πιο ανεξάρτητες) προσποιούνται. Προς Θεού, δεν κοροϊδεύουν: απλώς προσποιούνται, παίζουν έναν ρόλο, ή, αν θέλετε, υπερβάλλουν εαυτόν. Αυτό που θέλουν είναι να είμαστε καλά —είναι τόσο απλό—, γιατί, όταν είμαστε εμείς καλά, είναι κι εκείνα. Έτσι, κάνουν ό,τι μπορούν για να είμαστε εμείς καλά. Αυτή είναι η στρατηγική τους, εξ ου και η «προσποίηση». Επιστρατεύουν μία ολόκληρη μυϊκή ομάδα για να έχουν αυτή και όχι την άλλη έκφραση, παίρνουν εκείνο και όχι το άλλο ύφος, μαζεύουν τα φρύδια για να φαίνονται κάπως στοχαστικά και προβληματισμένα, επιδεικνύουν ενδιαφέρον για πράγματα που, φυσιολογικά, ποσώς τούς νοιάζουν, και βέβαια είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμα να επικοινωνήσουν μαζί μας, να «συζητήσουν», να μας ακούσουν, να δουν μία ακόμη σειρά στο Netflix ή να ανεχτούν οποιαδήποτε παραξενιά μας. Γιατί είμαστε μάλλον παράξενοι, όλοι μας.

Όταν πάλι είναι μόνα τους, το ύφος τους, η όλη τους συμπεριφορά, τα πάντα επάνω τους, αλλάζουν. Τότε έχουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Και είναι ένα πρόσωπο που μοιάζει πολύ με το δικό μας όταν επίσης είμαστε μόνοι.

Τα κατοικίδια μένουν μόνα είτε όταν απλώς εμείς είμαστε σε ένα άλλο δωμάτιο —ή αν τύχει και κοιμόμαστε— είτε όταν λείπουμε από το σπίτι. Αυτή η δεύτερη περίπτωση είναι πάντα τραυματική, και τα ζωάκια μας είναι «ο εαυτός τους» μόνο τις στιγμές που δεν ξοδεύουν για να διαχειριστούν το μεγάλο πρόβλημα του αποχωρισμού, της μονήρους ζωής, της αποκοπής τους από εμάς, αυτό το μείζον γεγονός που συνιστά κάθε έξοδός μας, είτε αυτή συνίσταται στο να πάρουμε δυο πράγματα από το σούπερ-μάρκετ απέναντι, είτε για να πάμε στη δουλειά και να λείψουμε δέκα ώρες, είτε όλα τα ενδιάμεσα. Γι’ αυτά τα πλάσματα, η απουσία μας είναι πάντα άχρονη, απροσδιόριστης διάρκειας, δηλαδή άπειρη. Σχεδόν αβάσταχτη.

Δεν ξέρω τι κάνουν κατά τη διάρκεια των μεγάλων απουσιών μας. Για την ακρίβεια, η συμπεριφορά τους δεν είναι κοινή, προφανώς. Άλλα περιμένουν στην πόρτα μισοκοιμισμένα, άλλα παραδίδονται στον ύπνο στο κρεβατάκι τους ή στο πάτωμα, άλλα ταράζονται και τα βάζουν με το χαρτί υγείας ή με το μπράτσο του καναπέ. Άλλα, στέκονται όσο πιο κοντά γίνεται στο καλάθι των απλύτων για να μας μυρίζουν, ή απλώς κάθονται σε μια γωνιά και κλαίνε. Πολλά, πάλι, δεν κοιμούνται λεπτό, παρά μένουν στο πόδι όλες αυτές τις ώρες, και βασανίζονται. Όταν επιστρέφουμε, θα πέσουν ξεθεωμένα για ύπνο, ήρεμα επιτέλους, σχεδόν ξέπνοα. Για ένα ποσοστό άλλων κατοικιδίων, απλώς δεν μπορούμε καν να εικάσουμε τι κάνουν. Ούτε θα μάθουμε ποτέ.

Τώρα, κάποιοι ασφαλώς θα πείτε ότι αυτά όλα αφορούν πρωτίστως τους σκύλους. Μπορεί. Δεν το ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι, εν γένει, έχουμε πολύ λανθασμένη άποψη για τις γάτες: γιατί οι γάτες ΔΕΝ είναι αυτά τα απόμακρα πλάσματα που νομίζουμε ότι είναι — τείνουν να μοιάζουν πολύ με τα σκυλιά από πολλές απόψεις. Παρά ταύτα, ας έχουμε στον νου μας περισσότερο τα σκυλάκια, δεν πειράζει.

Αλλά ας γυρίσουμε στην πρώτη περίπτωση: όταν είμαστε μεν στο σπίτι αλλά δεν τα βλέπουμε, δεν έχουμε οπτική επαφή μαζί τους, ή εκείνα νομίζουν ότι δεν τα βλέπουμε. Το επαναλαμβάνω αυτό γιατί μού συμβαίνει κάθε μέρα, όταν κάνω ντους: μπαίνοντας στην ντουζιέρα και κλείνοντας τις γυάλινες πόρτες, για αυτά είμαι πλέον αόρατος. Ακόμη περισσότερο: έχω διακτινιστεί, νομίζουν ότι αυτός ο θαλαμίσκος είναι πόρταλ τηλεμεταφοράς και με στέλνει κάπου αλλού: Beamme up, Scotty. Παρά ταύτα, εγώ έχω το προνόμιο να τα παρακολουθώ μέσα από το τζάμι της καμπίνας τού ντους. Και είναι τότε ακριβώς που παρατηρώ αυτό το άλλο πρόσωπο: το πραγματικό τους πρόσωπο.

Αρχικά, είναι πολύ σοβαρό. Τα σκυλιά, όπως βέβαια και οι γάτες, είναι φύσει πολύ σοβαρά πλάσματα. Δεν κάνουν ανοησίες (ενώ, με εμάς παρόντες, κάνουν άπειρες), στοχάζονται διαρκώς, πηδούν από σκέψη σε σκέψη και αναμασούν τις αναμνήσεις τους όπως ακριβώς κάνουμε και εμείς. Ελέγχουν, δε, το περιβάλλον τους με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με τον συνηθισμένο, αυτόν που συνηθίζουν όταν είναι υπό την επίβλεψή μας, κάνουν πράγματα που γενικά τούς είναι μάλλον απαγορευμένα, όπως το να χώσουν τη μουσούδα τους από τη μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας, αναστενάζουν απελευθερωμένα από την παρουσία μας και βαστούν όλη την ηλικία, τη σοφία και την πείρα τους πάνω στις πλάτες τους, με θάρρος. Με εμάς από δίπλα, συνήθως επιλέγουν να παραστήσουν τους καλοκάγαθους χαζούληδες. Δεν είναι καλοκάγαθοι χαζούληδες. Απλώς παίζουν έναν ρόλο. Στην πραγματικότητα, είναι πρόσωπα.

Γι’ αυτό και, μολονότι συχνά το σκεφτόμασταν παλαιότερα, δεν έχουμε εγκαταστήσει κάμερες στο σπίτι για να δούμε (επιτέλους) τι πραγματικά κάνουν, αν κοιμούνται ή αν αναλύονται σε δάκρυα, αν επικοινωνούν, και πόσο, μεταξύ τους (έχουμε τέσσερα ζωάκια στο σπίτι), ή, τέλος πάντων, για να μας φύγει η περιέργεια. (Και, ακόμη χειρότερα, για να κοινοποιήσουμε αποσπάσματα από αυτά τα βιντεάκια). Θα συνιστούσε, όλο αυτό, κατάφωρη παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους, και, όχι, δεν θα ήταν καθόλου όμορφο, καθόλου «χαριτωμένο». Ήδη, κοιτώντας τα από μακριά, ή μέσα από την ντουζιέρα, παραβιάζουμε αρκετά αυτή την ιδιωτικότητα. Αν μη τι άλλο, έτσι και το ήθελαν, θα μας έδειχναν και τις υπόλοιπες ώρες το πραγματικό τους πρόσωπο. Αλλά δεν το θέλουν. Και αυτό είναι δικαίωμά τους. Ως πρόσωπα, τα ζώα έχουν μία σειρά από δικαιώματα.

 Παρ’ όλα αυτά, κάποιες φορές τυχαίνει να αφήνουν ίχνη όταν μένουν μόνα στο σπίτι για κάμποσες ώρες. Ας πούμε, μπορεί η γάτα μας να έχει αφήσει εντελώς φανερά χνάρια από τις πατούσες της πάνω σε αυτό ή εκείνο το ριχτάρι, πάνω στο κρεβάτι ή στον καναπέ. Ή να είναι ζεστό το δεξί μαξιλάρι από το σώμα της — επειδή το είχε επιλέξει για να κοιμηθεί, κρυφά, εκεί. Ή πάλι, μπορεί να δούμε καμιά φορά ένα παιχνιδάκι, ή και περισσότερα, ξεχασμένο σε μια γωνιά, πολλά μέτρα μακριά από το καλάθι των παιχνιδιών, ή ακόμη και σε άλλο δωμάτιο. Όπως προείπα, έχουμε τέσσερα ζωάκια, κι όταν βαριούνται να περιμένουν σκάζοντας από τη μοναξιά και την αγωνία, κάποιο από όλα τους σηκώνεται, φέρνει ένα παιχνίδι, το πηγαίνει στους άλλους, το αφήνει κάτω, μπροστά τους, και τους λέει:

«Λοιπόν, να παίξουμε λίγο μ’ αυτό να περάσει η ώρα; Ή θα συνεχίσουμε να κλαίμε όλοι μαζί;»

Συχνά, συμφωνούν να παίξουν. 

ΠΗΓΗ : https://www.athensvoice.gr/